ρ. παρασύρομαι (από ρεύμα αέρος ή νερού): the log drifted with the currentτο κούτσουρο παρασυρόταν από το ρεύμα# (για χιόνι, άμμο κτλ.) ανεμοσέρνομαι και σχηματίζω σωρούς # παρασύρω (με ρεύμα αέρος ή νερού): the wind drifted the snow into a bankο άνεμος παρέσυρε το χιόνι και σχημάτισε λοφίσκο# (για ανθρώπους:) περιφέρομαι: he's drifting aimlesslyπεριφέρεται άσκοπα# εκτρέπομαι της πορείας, παρολισθαίνω, εκπίπτω, παρεκκλίνω #μτφ. επιδεινούμαι, ολισθαίνω (προς το χάος κτλ.) #ΦΡ. drifting snowπυκνό χιόνι, πυκνή χιονόπτωση§ let things drift 1. αφήνω τα πράγματα να πάρουν την τροπή τους > 2. αφήνω την κατάσταση να επιδεινωθεί
0 comments:
Δημοσίευση σχολίου